Indonesian Culinary


Εισαγωγή

Η Ινδονησία είναι μία από τις μεγαλύτερες χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας από άποψη έκτασης και πληθυσμού. Ένα αρχιπέλαγος αποτελούμενο από περίπου 17.508 νησιά , είναι μια χώρα με άφθονο φυσικό πλούτο, τόσο στη στεριά όσο και στη θάλασσα. Τα πλούσια ηφαιστειακά εδάφη εξασφαλίζουν γενναιόδωρες σοδειές από τροπικά φρούτα, λαχανικά και, κυρίως, ρύζι, τη βασική τροφή των περισσότερων Ινδονήσιων. Στο υπέροχο αυτό τροπικό σκηνικό, πατρίδα για περισσότερους από 235 εκατομμύρια ανθρώπους, που ανήκουν σε περισσότερες από 235 εθνότητες και μιλούν πάνω από 483 γλώσσες και διαλέκτους, αφθονεί μια απίστευτη ποικιλία χλωρίδας και πανίδας.
Εξ αιτίας της στρατηγικής της θέσης, στο σταυροδρόμι ζωτικών εμπορικών διαδρομών, η Ινδονησία έχει για αιώνες υποδεχθεί εμπόρους και μελετητές, που εγκαταστάθηκαν εκεί και επηρέασαν την τοπική κουλτούρα. Ως η μοναδική παγκοσμίως πηγή γαρύφαλλου και μοσχοκάρυδου, τα Μαλούκου έγιναν τα παγκοσμίου φήμης Νησιά των Μπαχαρικών (Spice Islands), αντικείμενο διαμάχης μεταξύ των Ολλανδών, Πορτογάλλων και Ισπανών στη διάρκεια του 16ου και 17ου αι. Οι Ολλανδοί απέκτησαν τον έλεγχο και ίδρυσαν την Ολλανδική Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών. Στη διάρκεια των τρεισήμιση αιώνων κατοχής οι Ολλανδοί εισήγαγαν το σύστημα των φυτειών και παρήγαγαν ζάχαρη, μπαχαρικά, καουτσούκ, τσάι και καφέ.
Με τέτοια ποκιλία, δεν είναι καθόλου παράξενο που η Ινδονησία έχει μια απίστευτα πλούσια γαστρονομική παράδοση, με συστατικά και τρόπους μαγειρέματος που αντανακλούν επιρροές από την Ινδία, την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Κίνα. Μερικά από τα στοιχεία της κινέζικης κουζίνας που έχουν αφομοιωθεί από την ινδονησιακή κουζίνα είναι τα bakmi (νουντλς), τα bakso (κεφτέδες) και τα lumpia (σπρινγκ ρολς).

Ρύζι, το Δώρο της Ζωής

Το ρύζι καλλιεργείται στην Ασία εδώ και χιλιάδες χρόνια. Για την πλειοψηφία των πληθυσμών της ηπείρου, το ρύζι είναι δώρο ζωής, συνδεδεμένο με έθιμα, δοξασίες και τελετουργικά.
Για τους περισσότερους Ινδονήσιους, δεν θεωρείται ότι έχετε φάει, αν δεν φάγατε ρύζι. Το ρύζι σερβίρεται ως πρωινό, μεσημεριανό και δείπνο. Ένα πλούσιο γεύμα αποτελείται από ρύζι συνοδευόμενο από εύγευστα πιάτα λαχανικών, ψαρικών, πουλερικών ή κρέατος και από μία σάλτσα τσίλι, το sambal. Ο σχεδιασμός του μενού με τρόπο που οι γεύσεις να δένουν μεταξύ τους είναι μέρος της τέχνης και της απόλαυσης της ινδονησιακής κουζίνας.
Υπάρχουν πολλές ποικιλίες ρυζιού στηυν Ινδονησία, αλλά οι πιο συνηθισμένες είναι το μακρύκοκκο λευκό ρύζι και το κολλώδες ρύζι (ketan), είτε λευκό είτε σκούρο μωβ (συνήθως μαγειρεμένο με ζάχαρη και σερβιρισμένο ως επιδόρπιο).

Απολαμβάνοντας ένα Ινδονησιακό Γεύμα

Πολλές οικογένειες προετοιμάζουν το κύριο γεύμα από το πρωί για να καταναλωθεί το μεσημέρι αλλά και το βράδυ αφού το ζεστάνουν πάλι.
Οι Ινδονήσιοι συνήθως τρώνε με κουτάλι στο δεξί χέρι και πηρούνι στο αριστερό, παρ’ όλο που σε πολλές περιοχές, όπως στη Δ. Ιάβα και τη Δ. Σουμάτρα, ή ανάλογα με τον τύπο του φαγητού, είναι συνηθισμένο να τρώνε και με το χέρι, το δεξί. Στην άκρη τοποθετείται μία γαβάθα με νερό, για το πλύσιμο των χεριών πριν και μετά το γεύμα. Σε περιπτώσεις που σερβίρεται φαγητό κινέζικης επιρροής, όπως νουντλς, προσφέρονται και ξυλάκια.

Τα Ινδονησιακά Συστατικά

Η Ινδονησία δεν αποκαλείται και Νησιά των Μπαχαρικών χωρίς λόγο. Για όσους ήρθαν πρόσφατα σε επαφή με την Ινδονησιακή κουζίνα, οι συνταγές μπορεί να φαντάζουν σαν ένα πολύπλοκο μίγμα άγνωστων βοτάνων, μπαχαρικών και καρυκευμάτων. Στην πραγματικότητα, όταν τις γνωρίσετε, αντιλαμβάνεστε ότι είναι φτιαγμένες από αρκετά βασικά συστατικά, που εμφανίζονται σχεδόν σε κάθε πιάτο και είναι εύκολο να τα βρείτε.


Προσθέστε κάτι πικάντικο

Υπάρχουν αρκετοί τύποι πιπεριάς που χρησιμοποιούνται, καθένας με τη δική του ξεχωριστή γεύση. Υπάρχουν οι πράσινες πιπεριές, οι αγίνωτες, οι κόκκινες πιπεριές, η ώριμη εκδοχή, οι κατσαρές, πιο λεπτές και καυτερές και οι πιπεριές σε σχήμα ματιού πουλιού.

Κάντε τη ζωή σας πιο πικάντικη

Τα βασικά συστατικά που δίνουν πικάντικη γεύση στα περισσότερα ινδονησιακά πιάτα είναι τα κρεμμύδια (bawang merah), το σκόρδο και μια ποικιλία ριζωμάτων, σπόρων και καρπών όπως το τουρμερίκ (kunyit), που χρησιμοποιείται για να δώσει στο φαγητό έντονο κίτρινο χρώμα, το γκαλανγκάλ (laos), το τζίντζερ (jahe), λευκό και μαύρο πιπέρι (lada hitam, lada putih), φουντούκια (kemiri), κάρδαμο (kapulaga), κόλιανδρο (ketumbar), μοσχοκάρυδο (pala), γαρύφαλλα (cengkeh), γλυκάνισο (bunga lawang), κύμινο (jinten), κανέλλα (kayu manis).

Άρωμα κουζίνας
Αρκετές από τις ιδιαίτερες γεύσεις των Ινδονησιακών πιάτων προέρχονται από αρωματικά φύλλα, όπως τα daun salam και daum jeruk (τα φύλλα της δάφνης), το pandan και το λεμονόχορτο.

Κάτι ξυνό
Αρκετά φυτά ή μέρη φυτών χρησιμοποιούνται για να δώσουν μια ξυνή γεύση σε ορισμένα πιάτα. Τέτοια είναι ο ταμάρινδος (asem jawa), το belimbing wuluh και ο χυμός από διάφορους τύπους λάιμ.

Η ζωή είναι γλυκιά
Εκτός από το ζαχαροκάλαμο, οι Ινδονήσιοι χρησιμοποιούν μια ποικιλία γλυκαντικών ουσιών. Τα gula merah, gula jawa ή gula aren, φτιάχνονται από το χυμό του φοίνικα ή του δέντρου άρεν και προστίθενται για να ισορροπήσουν πιάτα με μεζέδες και να γλυκάνουν επιδόρπια, ιδίως σε συνδυασμό με μαγειρεμένο γάλα καρύδας. Η πηχτή σκούρα σάλτσα σόγιας (kecap manis), χρησιμοποιείται επίσης ως γλυκαντικό. Αντίθετα η ανοιχτόχρωμη σάλτσα σόγιας προσθέτει αλμύρα.

Μια μπουκιά γεμάτη γεύση
Τα παραδοσιακά καρυκεύματα που χρησιμοποιούνατι στην Ινδονησιακή κουζίνα είναι αρκετά πιο έντονα, με μερικά να ξεφεύγουν λίγο παραπάνω, όπως η πάστα από γαρίδες (trasi), που πρέπει να έχει μαγειρευτεί πριν προστεθεί στη συνταγή, οι μικροσκοπικές αποξηραμένες καραβίδες (ebi ή rebon), που πρέπει να μουλιάσουν πριν χρησιμοποιηθούν και η πάστα από μαύρες γαρίδες (petis), που είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στην κουζίνα της Α. Ιάβας.

Γαρνιτούρες
Για να προσθέσουν γεύση και την τελευταία πινελιά στα πιάτα τους, οι Ινδονήσιοι χρησιμοποιούν διάφορα συστατικά, όπως το σχοινόπρασο (kucai), τα φρέσκα κρεμμυδάκια (daun bawang) και τα τηγανιτά κρεμμύδια (bawang goreng).